Παρόλο που όπως δηλώνει δε συμπαθεί την τηλεόραση και την αποφεύγει όσο μπορεί, η Τάνια Τσανακλίδου έκανε μία εξαίρεση και έδωσε μία σπάνια και άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο MEGA.
Η καταξιωμένη ερμηνεύτρια ήταν καλεσμένη τη Δεύτερα (26.01.2026) στην εκπομπή «Buongiorno», με τη Φαίη Σκορδά και μίλησε για όλα. Μεταξύ άλλων, η Τάνια Τσανακλίδου αποκάλυψε πώς δημιουργήθηκε το «Μαμά γερνάω».
«Αν είχα πάει στην Αμερική δεν θα υπήρχε το “Μαμά γερνάω”, που το θεωρώ από τους σημαντικότερους δίσκους στην καριέρα μου. Θέλω να πω ότι πάντα κάτι χάνουμε και κάτι κερδίζουμε. Υπάρχει ένα αντιστάθμισμα γι’ αυτό να μην μαυρίζει η ψυχή μας όταν κάτι δεν πηγαίνει όπως το θέλουμε.
Μόλις πέθανε η μαμά μου, είχαμε πει με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου να κάνουμε μία δουλειά μαζί. Τους είπα ότι δεν θέλω να κάνω δίσκο, απλά θα ήθελα να πω στη μαμά μου όσα δεν της είπα όσο ζούσε. Η Λίνα το έγραψε το ίδιο βράδυ και μόλις το τραγούδησα, πήρα ένα κασετόφωνο και πήγα στο μνήμα της μαμάς μου. Το έβαλα τέρμα δυνατά, ήταν η πρώτη φορά που το άκουσα εκτός στούντιο, μέσα στο νεκροταφείο. Με κοιτούσαν οι χήρες περίεργα, αλλά δεν με ένοιαξε καθόλου. Εγώ ένιωσα τότε μία σύνδεση, εκείνη δεν ξέρω. Θεωρώ ότι πάντα κουβαλάμε τους ανθρώπους, που αγαπάμε», αποκάλυψε η Τάνια Τσανακλίδου.
Η σχέση της με την τηλεόραση
Παράλληλα, η καταξιωμένη καλλιτέχνιδα δήλωσε ότι δε συμπαθεί την τηλεόραση, ενώ παραδέχεται ότι τα τελευταία χρόνια ωρίμασε.
«Δεν τη συμπαθώ την τηλεόραση και όσο γίνεται την αποφεύγω. Δηλαδή τα τραγούδια μου και γενικά η δουλειά μου όλη, δεν είναι αποκομμένη από τη ζωή μου. Αυτό που κάθε φορά είμαι, αυτό τραγουδάω. Αν δεν έχω μεγάλη ανάγκη να το κάνω, δεν το κάνω. Οπότε είναι λογικό να βρίσκει ανθρώπους που ταυτίζονται μ’ αυτό. Γιατί νιώθουν κάπως και εκείνοι τα ίδια πράγματα.
Τα τελευταία χρόνια θεωρώ ότι κάπως ωρίμασα. Όταν ωριμάζεις έχεις περισσότερη γαλήνη. Και η γαλήνη μαλακώνει τις γωνίες. Δηλαδή δεν έχεις πολλές οξείες γωνίες. Γενικά στη ζωή σου, οι αποφάσεις σου, όλα, είναι πιο στρογγυλεμένα, την προσωπικότητά σου, τον χαρακτήρα σου, ο οποίος θα αντιδράσει πάλι στη λύπη, στη χαρά. Ζούμε μια εποχή που όλοι μας λίγο – πολύ έχουμε γίνει κυνικοί, είπε η Τάνια Τσανακλίδου.
«Νομίζω ότι μέσω του έρωτα ανιχνεύουμε τα όριά μας. Γιατί συνήθως μες στον έρωτα τα ξεπερνάμε. Μέσα στον έρωτα είσαι στιγμές ακραίας κρίσης, όπως όταν τρέχεις να σώσεις έναν άνθρωπο ή όταν κάποιος κινδυνεύει, εκεί ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ποια είναι τα όριά του και αν έχει όρια», είπε σε άλλο σημείο της συνέντευξής της
Επίσης, η Τάνια Τσανακλίδου μίλησε και για την καθημερινότητά της.
«Μ’ αρέσει αυτή η καθημερινότητα η οποία έχει μέσα πολλή ησυχία. Δεν μ’ αρέσει καθόλου να βγαίνω τα βράδια έξω. Έβγαινα ανελλιπώς. Κι άμα δεν έβγαινε ο ήλιος, δεν επέστρεφα ποτέ. Τώρα είναι άλλες οι ανάγκες. Εκείνο που έχω μετανιώσει είναι ότι νομίζω ότι πλήγωσα κάποιους ανθρώπους και κάποιους ανθρώπους που δεν θα έπρεπε. Και δε θα ‘θελα. Αν κάποιος με ακούει και τον έχω πληγώσει, ζητώ συγγνώμη.
Γενικά, έκανα πολλές ανοησίες όταν ήμουν μικρή. Όταν ήμασταν με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και δουλεύαμε μαζί και τον Σάκη Μπουλά, ζούσαμε λίγο σαν ροκ μπάντα. Κάναμε όλες αυτές τις τρέλες που κάνει μια ροκ μπάντα. Αυτό περιελάμβανε και πράγματα που μπορεί να στεναχωρούσαν κάποιους ανθρώπους. Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Κάναμε δηλαδή πολλές χοντράδες. Είχα μία επιπολαιότητα αλλά αυτό είναι η νιότη. Οφείλουμε να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας γιατί αλλιώς θα ήμασταν ασύδοτοι.
Νομίζω το βράδυ που πάμε να κοιμηθούμε θα πρέπει να σκεφτόμαστε λίγο τη μέρα μας. Πάντα ήθελα να είμαι καλός άνθρωπος. Και όταν άρχισα να ασχολούμαι με τον εαυτό μου, αυτό που πραγματικά ήθελα ήταν, όταν θα έχω φτάσει ας πούμε στο τέλος της ζωής μου, να υπήρχε μια διάθεση να γίνω καλύτερη. Όχι χειρότερη. Άρα μπήκε στη ζωή μου ένας έλεγχος. Το καλό γεμίζει την ψυχή μας γαλήνη καταρχάς», ανέφερε.
Τάνια Τσανακλίδου: «Έχω πολύ μεγάλη ανάγκη να αισθανθώ ότι η ανθρωπότητα είναι γεμάτη ομορφιά»
Επίσης, η Τάνια Τσανακλίδου αναφέρθηκε και στο μιούζικαλ «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» που ανεβαίνει στο θέατρο Ακροπόλ.
«Σε αυτή την εποχή που όλα γύρω μας είναι τόσο σκληρά, που έχουμε απομακρυνθεί από τα συναισθήματά μας, που δεν επιτρέπουμε να εμφανιστούν, ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται ερωτικά, είναι ένα πράγμα χάλια με τις εφαρμογές. Ούτε καν αυτό το ωραίο φλερτ που είχαμε εμείς, που έπαιρνε λίγο χρόνο, που ανίχνευες τον άλλον. Τώρα γίνονται πράγματα λοιπόν χωρίς να τα νιώθουμε. Ο “Αγαπητικός της Βοσκοπούλας” μας κάνει να θυμηθούμε αυτή την αθωότητα και τη χαρά του να ανήκεις σε μια κοινότητα, με την οποία μοιράζεσαι λύπες, χαρές, ξέρεις τι γίνεται στο σπίτι του διπλανού.
Εδώ τώρα μένουμε σε μια πολυκατοικία και δεν ξέρουμε, ποιος μένει πού και πώς είναι το όνομά του. Εμένα αυτό μου λείπει, γιατί εγώ πρόλαβα τη γειτονιά που βγαίναμε όλοι έξω μετά και τρώγαμε σπόρια και έπαιζαν τα παιδάκια και οι μανάδες καθόντουσαν στα σκαλάκια και κουτσομπόλευαν και ένιωθες ασφάλεια μέσα σε μια τέτοια κοινότητα. Τώρα είμαστε όλοι τρομοκρατημένοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Είναι αυτό το δόγμα του φόβου που έχει μπει στη ζωή μας και μας έχει κάνει άνω κάτω. Είναι μια θεραπεία, αυτή η παράσταση και για τη δική μου ψυχή. Έχω πολύ μεγάλη ανάγκη να αισθανθώ ότι η ανθρωπότητα είναι γεμάτη ομορφιά», εξομολογήθηκε ακόμα.
«Η τέχνη έχει δύο βασικούς ρόλους. Ο ένας είναι παρηγορητικός. Να μας παρηγορήσει και ει δυνατόν να μας θεραπεύσει. Ο άλλος ρόλος της είναι η επαγρύπνηση. Να μας ετοιμάσει και να μας ξεσηκώσει από το βούλιαγμα μιας καθημερινότητας. Δηλαδή να μας μετακινήσει κάπως. Εκτός από το να μας παρηγορήσει, να μας μετακινήσει κιόλας. Εδώ έχουμε λοιπόν τη γλύκα αυτή της παράστασης, που ελπίζω αυτό που νιώθω εγώ, να καταφέρουμε να το περάσουμε στον κόσμο. Γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε εάν δεν το μοιράζεσαι.
Είναι η δουλειά μας θεραπευτική και για μας καταρχάς. Κάποια στιγμή που ένιωθα ότι ήμουνα πάρα πολύ ζορισμένη, πήγα σε μία ψυχίατρο, η οποία έτυχε να παρακολουθεί τις παραστάσεις μου. Μου λέει “τι ήρθες παιδί μου σε μένα; Φύγε. Εγώ έρχομαι και με θεραπεύεις”. Και μου είπε το εξής: ότι οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές, επειδή εκφράζονται έντονα και με τη φωνή τους, ό,τι αρνητική ενέργεια υπάρχει μέσα τους διαλύεται. Και αυτό με παρηγόρησε πάρα πολύ, από τότε δεν ξαναπήγα. Συνήθως κλαίω. Μόνο που το κλάμα είναι επίσης θεραπευτικό», είπε στην ίδια συνέντευξη η Τάνια Τσανακλίδου.
