Η επίσημη κατοικία του βρετανού πρωθυπουργού την τελευταία δεκαετία μοιάζει με το σπίτι ενός reality όπου με το που εγκαθίσταται ο ηγέτης είναι αυτομάτως και υποψήφιος για αποχώρηση.
Το κλίμα και στα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας, και στους Συντηρητικούς και στους Εργατικούς δεν είναι το φιλικότερο για τους ηγέτες τους, την ώρα μάλιστα που αμφισβητείται η πρωτοκαθεδρία τους σε πολλές περιφέρειες, όπου αυξάνει συνεχώς τις δυνάμεις του το Reform UK.
Οι εποχές των ισχυρών ηγετών στα κόμματα της Βρετανίας έχει παρέλθει. Κανείς δεν πιστεύει ότι είναι πιθανό να αναδειχθεί κάποιος σαν την Μάργκαρετ Θάτσερ (που και αυτή έπεσε από εσωκομματική πίεση) των Συντηρητικών ή του Τόνι Μπλερ για τους Εργατικούς.
Το πρόβλημα στη χώρα, όπως και σε πολλές χώρες της Δύσης είναι ότι οι ηγέτες που αναδεικνύονται δεν μπορούν να εμπνεύσουν και λόγω των μη ισχυρών προσωπικοτήτων και γιατί δεν υπάρχει ένα συλλογικό όραμα για να το εκφράσουν. Το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit είναι ουσιαστικά μια χώρα διχασμένη. Από τη μία αυτοί που πιστεύουν ότι επρόκειτο για ιστορικό λάθος που κόστισε πολύ στη χώρα και από την άλλη οι υπέρμαχοι της αποχώρησης από την ΕΕ που προκρίνουν «ανεξάρτητη» πορεία και πιο σκληρές πολιτικές στο μεταναστευτικό.
Οι αλλαγές στην ηγεσία δημιουργούν πρόσκαιρα μια αίσθηση ανανέωσης και μιας «νέας αρχής», αλλά σύντομα τα πράγματα επανέρχονται στο αδιέξοδο από το οποίο ξεκίνησαν. Ο επόμενος που θα περάσει το κατώφλι της πρωθυπουργικής κατοικίας τη βασική μάχη που θα έχει να δώσει θα είναι με το… χρονόμετρο.
