Έκκληση προς τους συμμάχους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας «α τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στη Χάγη» και να ακολουθήσουν μια «αξιόπιστη πορεία» για αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ, απηύθυνε σήμερα o Πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, σε ενημέρωση προς τους δημοσιογράφους, ενόψει της Συνόδου Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα, στις 7-8 Ιουλίου.
«Ο Πρόεδρος Τραμπ αναμένει πλήρως από όλους τους συμμάχους να ανταποκριθούν άμεσα, να μπουν στην πορεία προς το 5% και να το πράξουν με αίσθημα κατεπείγοντος», δήλωσε ο Αμερικανός πρέσβης, επισημαίνοντας ότι ορισμένοι Σύμμαχοι εξακολουθούν να μη δαπανούν αρκετά, ή δεν διαθέτουν αξιόπιστο σχέδιο για την επίτευξη του στόχου του 5%.
Ο ίδιος σημείωσε ότι η φετινή Σύνοδος θα αποτελέσει «μέτρο προόδου» ως προς την υλοποίηση των αποφάσεων της Χάγης, διευκρινίζοντας ότι η αξιολόγηση δεν θα αφορά μόνο το ύψος των αμυντικών δαπανών, αλλά κυρίως τις επιχειρησιακές δυνατότητες που προκύπτουν από αυτές. Όπως ανέφερε, από τη Σύνοδο της Χάγης, τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι έχουν δεσμεύσει σχεδόν 120 δισ. δολάρια για την άμυνα, εκ των οποίων περίπου τα μισά κατευθύνονται σε αμερικανικό αμυντικό εξοπλισμό.
Κατά τον Αμερικανό αξιωματούχο, χώρες όπως η Πολωνία, οι σκανδιναβικές χώρες, τα κράτη της Βαλτικής, η Γερμανία και άλλες, πρωτοστατούν στην υλοποίηση των νέων στόχων, ενώ άλλοι σύμμαχοι εξακολουθούν να υστερούν είτε στις δαπάνες είτε στην κατάρτιση αξιόπιστου σχεδίου για την επίτευξη του στόχου του 5%. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη επιτάχυνσης της αμυντικής βιομηχανικής παραγωγής και της καινοτομίας και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με στόχο την ταχεία ανάπτυξη τόσο συμβατικών όσο και νέων αμυντικών συστημάτων.
«Αναμένω πλήρως όλοι οι σύμμαχοι να επιδείξουν ουσιαστική ανοδική πορεία, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά στις αμυντικές δαπάνες, για να οδηγηθούμε σε δικαιότερη κατανομή των βαρών», τόνισε ο Αμερικανός Πρέσβης, προσθέτοντας: «Ο στόχος είναι σαφής: να συνεχιστεί η μεταφορά του βάρους της συμβατικής άμυνας της Ευρώπης στους Συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ».
Ο Μ. Γουίτακερ υποστήριξε ακόμη ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πως ορισμένοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο ηγετικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να παραμένουν επ’ αόριστον ο μοναδικός πυλώνας της Συμμαχίας. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι αυτό δεν απαλλάσσει κανέναν από τις υποχρεώσεις του, ενώ πρόσθεσε ότι όσες χώρες συνεισφέρουν περισσότερο θα μπορούσαν να απολαμβάνουν συγκεκριμένα πλεονεκτήματα, όπως μεγαλύτερη πρόσβαση στην πολιτική ηγεσία ή προτεραιότητα σε εξοπλιστικά προγράμματα και προμήθειες. «Η ισχύς του ΝΑΤΟ είναι αυτή που τελικά εγγυάται την ειρήνη. More is more», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στην Ουκρανία, ο Αμερικανός αξιωματούχος προανήγγειλε ότι στη Σύνοδο Κορυφής θα υπάρξουν «ουσιαστικές ανακοινώσεις» από τις ΗΠΑ και τους Συμμάχους για τη συνέχιση της υποστήριξης προς το Κίεβο. Υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προσφέρει μέχρι σήμερα περισσότερη βοήθεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα, σημειώνοντας ότι μέσω του προγράμματος PURL (Priority Ukraine Requirements List), έχουν ήδη πωληθεί αμερικανικά οπλικά συστήματα αξίας άνω των 6 δισ. δολαρίων, μεταξύ των οποίων συστήματα αεράμυνας Patriot και πύραυλοι PAC-3, μέσω συμμάχων του ΝΑΤΟ προς την Ουκρανία. Παράλληλα, τόνισε ότι «η ευρωπαϊκή πλευρά θα πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του βάρους», καθώς «πρόκειται για πόλεμο που διεξάγεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο», διαβεβαιώνοντας όμως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν πρόκειται να αποχωρήσουν» και θα συνεχίσουν να στηρίζουν το Κίεβο.
Όπως ανέφερε, «θα πρέπει να αναμένονται μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις για τη στήριξη της Ουκρανίας», ώστε να συνεχίσει να αμύνεται και ταυτόχρονα να σταλεί σαφές μήνυμα προς τη Ρωσία ότι ο πόλεμος πρέπει να τερματιστεί. Υποστήριξε ακόμη ότι ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου και μια ειρηνευτική συμφωνία, σημειώνοντας ωστόσο ότι «χρειάζονται και οι δύο πλευρές για να υπάρξει συμφωνία» και ότι, επί του παρόντος, ούτε η Μόσχα ούτε το Κίεβο φαίνεται να αποδέχονται τους ίδιους όρους. «Θα συνεχίσουμε να πιέζουμε και να συνομιλούμε, αλλά δεν βρισκόμαστε ακόμη σε αυτό το σημείο», κατέληξε.
